Ψυχωφελή

Σ Υ Κ Ο Φ Α Ν Τ Ι Α : «Ψευδολογίας Χείμαρρος».

Σάντρο Μποτιτσέλι, Η Συκοφαντία του Απελλή, π. 1495, Πινακοθήκη Ουφίτσι. Έργο βασισμένο σε περιγραφή έργου του Απελλή, όπως αυτή δίνεται από τον Λουκιανό σώζεται σε αντίγραφο από τον Σάντρο Μποτιτσέλι ο οποίος το ζωγράφισε βασισμένος σε περιγραφή του Λουκιανού για τον πίνακα του Απελλή στην πραγματεία του «Περὶ τοῦ μὴ ῥᾳδίως πιστεύειν διαβολῆ» δηλαδή πως δεν θα πιστεύετε εύκολα τη συκοφαντία. Η ιστορία αναφέρεται στον ζωγράφο Αντίφιλο που ενοχλείτο γιατί ο Μακεδόνας βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος Α’ ο Λάγου έδειχνε ιδιαίτερη εκτίμηση στον Απελλή παρά σε αυτόν. Για το λόγο αυτό, ο Αντίφιλος συκοφάντησε τον Απελλή στον Πτολεμαίο ότι δήθεν συμμετείχε στη συνωμοσία του έπαρχου της Τύρου Θεοδότα εναντίον του Πτολεμαίου. Ο Πτολεμαίος εξοργίσθηκε κατά του Απελλή αλλά όταν αργότερα έμαθε την αλήθεια ντράπηκε και α) δώρισε στον Απελλή 100 τάλαντα και β) του έδωσε τον Αντίφιλο σαν δούλο. Αντιδρώντας ο Απελλής στη συκοφαντία, εξ αιτίας της οποίας κινδύνευσε, ζωγράφισε τον περίφημο πίνακα «Διαβολή» δηλαδή συκοφαντία.

Σ Υ Κ Ο Φ Α Ν Τ Ι Α :

 

 

«Λύτρωσαί με ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων, καὶ φυλάξω τὰς ἐντολάς σου». (Ψαλμ. 118, 134).

Ο λόγος του ψαλμωδού είναι αποκαλυπτικός. Εκφράζει την απελπισμένη στάση του απλού και ανυπεράσπιστου ανθρώπου απέναντι στο θανατηφόρο δηλητήριο που ενσταλάζουν οι συκοφάντες. Όπως το δηλητήριο του φιδιού ενσταλάζεται μέσα στον ανθρώπινο αίμα χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα να αφαιρεθεί από αυτό με κανέναν τρόπο, κατά τον ίδιο τρόπο το δηλητήριο της συκοφαντίας ενσταλάζεται μέσα στις ανθρώπινες συνειδήσεις και οδηγεί στο θάνατο ανθρώπινες υπολήψεις. «Περιήλθα όλη την οικουμένη και είδα όλες τις συκοφαντίες που γίνονταν κάτω από τον ήλιο. Και να, ποτάμι τα δάκρυα που χύνουν οι συκοφαντούμενοι και δεν υπάρχει κανείς να τους παρηγορήσει», αναφέρει ο σοφός Εκκλησιαστής(Εκκλ. 4,1).

Ο λόγος του ψαλμωδού είναι πάντα επίκαιρος, διότι η ανθρώπινη φύση παραμένει η ίδια από τότε που ο άνθρωπος μεθυσμένος από τη θανατηφόρα ηδονή της εωσφορικής αυτοθεώσεως έγινε παράφρων και δέσμιος του Άδη.i Απομακρύνθηκε από το Θεό, από τότε που ο Κάιν εφόνευσε τον αδελφό του Άβελ υποκινούμενος από το φθόνο και τη ζήλεια και μέχρι τη συντέλεια του αιώνος τούτου, διότι όπως μας διδάσκει ο Μέγας Αντώνιος «η κακία ακολουθεί την ανθρώπινη φύση όπως η σκουριά το χαλκό και η ακαθαρσία το σώμα»ii. Η κακία των ανθρώπων παραμένει αιώνια. Δεν πρέπει να μας παραπλανούν τα διάφορα τεχνολογικά επιτεύγματα του ανθρωπίνου πολιτισμού. Η θανατηφόρος νόσος του φθόνου που οδηγεί στη συκοφαντία συνεχίζει να διαβρώνει τις κοινωνικές σχέσεις, δηλητηριάζει τον κοινωνικό ιστό και οδηγεί σε ανθρώπινες τραγωδίες. Ενδέχεται μάλιστα ο σύγχρονος άνθρωπος να ενθουσιάζεται από κάποιες ιδεολογικές αρχές περί αγάπης προς την ανθρωπότητα γενικά και αόριστα, παρά το γεγονός ότι στην καρδιά του φωλιάζει θανάσιμο μίσος για τον πλησίονiii. «Τα σκοτεινά νέφη του μίσους καλύπτουν από τα μάτια μας το Ουράνιον Φώς. Μόνοι τους οι άνθρωποι δημιουργούν για τον εαυτό τους την κόλασή τους..», αναφέρει ένας μεγάλος σύγχρονος πνευματικός πατέρας, ο Γέροντας Σωφρόνιος του ‘Εσσεξiv.

Όσον αφορά την ετυμολογία της λέξεως συκοφαντία αυτή προέρχεται από το ουσιαστικό σύκο και το ρήμα φαίνω, φανερώνω. Έχουν προταθεί πολλές ερμηνείες. Η επικρατέστερη είναι αυτή του Ζηνόδωρου ο οποίος ισχυρίζεται ότι όταν κάποτε είχε πέσει λιμός στην Αθήνα, ο δήμος ενέκρινε ψήφισμα που απαγόρευε την εξαγωγή σύκων· όποιοι κατήγγελλαν άλλους ότι εξάγουν σύκα, ονομάστηκαν συκοφάντεςv. Ίσως οι συκοφάντες των Αθηνών δεν φανέρωναν στις αρχές μόνο αυτούς που εξήγαγαν παρανόμως τα σύκα αλλά και ίσως εκβίαζαν τους πλούσιους εμπόρους ότι θα τους καταγγείλουν ψευδώς ότι εξάγουν σύκα αν δεν τους έδιδαν ένα χρηματικό ποσόvi. Στην τρέχουσα ορολογία, συκοφαντώ σημαίνει διατυπώνω ή διαδίδω εσκεμμένα ψευδείς και κακόβουλες κατηγορίες εναντίον κάποιου για να τον μειώσω, να τον εκθέσω και ο συκοφάντης είναι αυτός που κατηγορεί κάποιον γνωρίζοντας απόλυτα ότι είναι ψευδείς οι κατηγορίες. Διαβάλλω και συκοφαντώ είναι συνώνυμα ρήματα καθώς σημαίνουν τη διάδοση ψευδών κατηγοριών. Η συκοφαντία είναι μία εσκεμμένη και προμελετημένη ενέργεια, με πλήρη διαύγεια αντίληψης και στόχου, κατά της υπόληψης και της τιμής του προσώπου, με προφορική ή γραπτή διατύπωση ψευδούς καταγγελίας ή κατηγορίας.

Συκοφαντία… Μια λέξη που προφέρεται τόσο εύκολα όσο εύκολα διαπράττεται. Μια λέξη που εμπερικλείει μια αρνητική ενέργεια, μια πράξη κατευθυνόμενη με πλήρη συνείδηση, μεθοδευμένα και στοχευμένα. Κατασκευάζει πράγματα που δεν άκουσε και ερμηνεύει πράγματα που δεν κατάλαβε. Είναι ένας διαρκής θάνατος του συκοφαντούμενου. Σύμφωνα με τον αείμνηστο γέροντα Μωυσή τον αγιορείτη, ο συκοφάντης είναι δεινός ψεύτης, κακός άνθρωπος, δόλιος και ζηλόφθονος. Πρόκειται για πρόσωπο δειλό, διαστροφικό και ακαλλιέργητο. Έχει επιπολαιότητα, ρηχότητα, μετριότητα και περιέργεια. Οι συκοφάντες χαίρονται ιδιαίτερα όταν βρίσκουν ακροατές και αναγνώστες των ψευδών τους. Παγιδεύουν απρόσεκτους και αδαείς φίλους τους οποίους δεν είναι καθόλου δύσκολο αύριο να διασύρουν κι αυτούς και να διαδώσουν ανυπόστατες κατηγορίες. Η συκοφαντία είναι χειρότερη της κατηγορίας, γιατί εσκεμμένα χρησιμοποιεί το ψεύδος εναντίον άλλου. Η εμπάθεια του συκοφάντη είναι φοβερή. Συνεργάζονται το μίσος και η κακία, η ζήλια και ο φθόνος, η εχθρότητα και η απάτηvii.

Εφευρέτης της συκοφαντίας είναι ο διάβολος όπως αναφέρει και ο άγιος Νεκτάριοςviii. Ψεύτης και πατέρας του ψεύδους, ο διάβολος αποδίδει στον εαυτό του μια φοβερή αποστολή, την αποστολή να αλλοιώνει εκ προθέσεως την αλήθεια. Ήταν αυτός ο οποίος συκοφάντησε το Θεό στην Εύα καθώς προσπάθησε να την πείσει ότι ο Θεός ψεύδονταν όταν προειδοποίησε τους πρωτόπλαστους για πνευματικό και σωματικό θάνατο σε περίπτωση παράβασης της εντολήςix. «Καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε· ᾔδει γὰρ ὁ Θεός, ὅτι ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν»(Γεν. 3,4-6). Άλλωστε η ίδια η ετυμολογία της λέξης διάβολος προέρχεται από το ρήμα δια-βάλλω, που είναι συνώνυμο με το ρήμα συκοφαντώ, και σημαίνει χωρίζω-διαιρώ και φανερώνει ότι κύριο χαρακτηριστικό του διαβόλου είναι ότι δια-βάλλει δηλαδή χωρίζει, κομματιάζει αντί να ενώσει, καταστρέφει τα πάντα, αντί να δημιουργήσει. Ο διάβολος είναι εκείνος που διαιρεί, που χωρίζει, αποκόπτει κάθε επικοινωνία μεταξύ Θεού και ανθρώπου και μεταξύ των ανθρώπων. Άλλωστε αυτό δεν κάνει και ο κάθε συκοφάντης; Μέσω της διάδοσης ψευδών ειδήσεων ενσπείρει μίσος ανάμεσα σε πατέρα και γιο, ανάμεσα στο σύζυγο και τη σύζυγο, ανάμεσα σε προϊστάμενο και υφιστάμενο. Για αυτό το λόγο μάς συμβουλεύει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «δεν θα συκοφαντήσεις, για να μην εξομοιωθείς με το διάβολο που συκοφάντησε το Θεό στην Εύα, και γίνεις καταραμένος σαν αυτόν. Ή μάλλον -εκτός αν πρόκειται να προξενηθεί κάποια βλάβη στους πολλούς – ακόμη και θα σκεπάσεις το σφάλμα του πλησίον, για να μην εξομοιωθείς με τον Χαμ, αλλά με τον Σημ και τον Ιάφεθ και να επιτύχεις την ευλογία, όπως αυτοί»x. Μάλιστα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος φθάνει στο σημείο να ισχυρίζεται ότι ο συκοφάντης είναι χειρότερος ακόμη και από αυτόν το διάβολο διότι «ο διάβολος κατηγορεί και διαβάλλει τους ανθρώπους, κανέναν όμως από τους άλλους δαίμονες»xi, ενώ ο άνθρωπος συκοφαντεί τον συνάνθρωπό του.

Η συκοφαντία, δυστυχώς, έχει γίνει σήμερα διαδεδομένος τρόπος συμπεριφοράς πολλών ανθρώπων με αποτέλεσμα να θεωρείται ως κάτι το φυσιολογικό και να μην ονομάζεται καν συκοφαντία. Μέσω της ευρείας και παγκόσμιας διάδοσης του ιντερνέτ οι συκοφάντες δεν ψιθυρίζουν πια μόνο στο αυτί ψευδείς ειδήσεις αλλά τις αναγγέλλουν μέσω του ιντερνέτ για να είναι αποτελεσματικότερος ο τρόπος καταστροφής συνειδήσεων και ταυτόχρονα να διατηρείται η ανωνυμία τους. Έχουμε δει να σπιλώνονται προσωπικότητες, υπολήψεις, οικογενειάρχες, με τραγικά πολλές φορές αποτελέσματα· άνθρωποι να χάνουν την εργασία τους, να διαλύεται η οικογένειά τους, να έχουν χάσει την υγεία τους ακόμη, δυστυχώς και να αφαιρούν την ίδια τους τη ζωή πάνω στην απελπισία για την αδικία που διαπράχθηκε εις βάρος τουςxii. Πρόκειται για ένα σύγχρονο bullying.

Η συκοφαντία είναι «ψευδολογίας χείμαρρος», θα τονίσει ο Μέγας Βασίλειοςxiii. Τα συκοφαντικά λόγια είναι διαδόσεις που δεν στηρίζονται στην αλήθεια και στην πραγματικότητα. Είναι ένα μέσον το οποίον πάντοτε οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν για να πλήξουν άλλους. Είναι μία πληγή στο σώμα της κοινωνίας. Είναι μία αρρωστημένη και παθολογική κατάσταση που φανερώνει το βόρβορο που υπάρχει μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν τη συκοφαντία θυγατέρα του μίσους και του φθόνουxiv. Τα συκοφαντικά λόγια ως άλλα πούπουλα, όπως χαρακτηριστικά τα παρομοιάζουν μερικοί Άγιοί μας, που τα φυσά ο άνεμος, διασκορπίζονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και είναι αν όχι αδύνατον, φοβερά δύσκολο να συγκεντρωθούν πάλι πίσω, όταν αποκαλυφθεί η απάτη της συκοφαντίας ή όταν ο συκοφάντης μετανοήσει και θελήσει να επανορθώσει το κακό που προκάλεσε. Πάντα θα μένουν υπολείμματα και τραύματα από μια συκοφαντία που έχει συντελεσθεί. Σ’ αυτή την πραγματικότητα και φιλοσοφία, εξάλλου, στηρίχθηκε το «δόγμα» του Γκαίμπελς που έλεγε: «ρίξτε-ρίξτε λάσπη, στο τέλος κάτι θα μείνει» και το οποίο εφαρμόζουν πιστά σήμερα, πολλά οργανωμένα συμφέροντα στους χώρους των επιχειρήσεων, της πολιτικής, της εκκλησίας και αλλαχούxv. Ενώ ο δολοφόνος σκοτώνει το σώμα, ο συκοφάντης σκοτώνει την τιμή και την υπόληψη, τα οποία είναι ανώτερα από κάθε υλικό αγαθόxvi.

Ποιό είναι όμως το κίνητρο που ωθεί τον άνθρωπο στο να συκοφαντεί τον συνάνθρωπό του και να εκτοξεύει ψέματα εναντίον του; Η ασκητική εμπειρία μάς έχει υποδείξει ότι τα κίνητρα του συκοφάντη είναι η ζήλεια, ο φθόνος, η μνησικακία, η υπερηφάνεια και τα σαρκικά πάθη. H συκοφαντία είναι το απαισιότερο φάσμα του μίσους και της κακότητας και το οδυνηρότερο τραύμα γι’  αυτόν που την υφίσταται.  H συκοφαντία είναι το αμυντικό όπλο της κατωτερότητας.  Επειδή δεν μπορεί να σκεπάσει τη γύμνωση και ευτέλειά της προσπαθεί να αμαυρώσει αυτούς που βρίσκονται πιο ψηλά για να δικαιωθεί όπως νομίζει, θα επισημάνει ο αείμνηστος και χαρισματούχος Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινόςxvii. Μας διδάσκει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Όταν μας δουν οι δαίμονες να περιφρονούμε τα πράγματα του κόσμου, ώστε να μη μισούμε εξαιτίας αυτών τους ανθρώπους και εκπέσουμε από την αγάπη, τότε παρακινούν άλλους να μας συκοφαντήσουν, ώστε, μη υποφέροντας την λύπη, να μισήσουμε εκείνους που μας συκοφάντησαν»xviii. «Οι δαίμονες μάς σπρώχνουν πιεστικά ή στο να αμαρτήσωμε ή, αν δεν αμαρτήσωμε, στο να κατακρίνωμε όσους αμάρτησαν», μας διδάσκει επίσης ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακοςxix. Σύμφωνα με τον Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινό: «O εχθρός διάβολος γνωρίζει τη σκληρότητα και την οδύνη, που προκαλεί αυτή η κακία και τη μεταχειρίζεται κατά των ισχυρών του αντιπάλων. Σκοπός του είναι να λυγίσει την καρτερία τους»xx. Αυτή είναι η πονηρία του διαβόλου. Ο συκοφάντης φθονεί την αρετή του άλλου και μισεί την αλήθεια. Μέσω της συκοφαντίας προσπαθεί να σπείρει το μίσος μεταξύ των ανθρώπων. Η θέληση του συκοφάντη συμπίπτει με τη σατανική θέληση και έτσι δαιμονοποιείται. Η συκοφαντία έχει εξάπαντος δαιμονικό και εωσφορικό χαρακτήρα. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά και ο άγιος Παΐσιος «οι συκοφάντες εργάζονται συνεργαζόμενοι με το ταγκαλάκι», δηλαδή τον διάβολοxxi.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει: «Δεν υπάρχει βαρύτερος πόνος της ψυχής από τη συκοφαντία, είτε στην πίστη, είτε στη διαγωγή συκοφαντείται κάποιος∙ και κανείς δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος όταν συκοφαντείται, παρά μόνο εκείνος που στρέφει τα μάτια του στο Θεό, όπως η Σωσάννα. Μόνο ο Θεός μπορεί να μας λυτρώσει από τον κίνδυνο και να φανερώσει στους ανθρώπους την αλήθεια, όπως έκανε στην περίπτωση της Σωσάννας, και να παρηγορήσει την ψυχή με την ελπίδα«xxii. Ποια ήταν όμως η Σωσάννα στην οποία αναφέρεται ο άγιος Μάξιμος; Η Σωσάννα ήταν μια ενάρετη παντρεμένη νεαρή γυναίκα την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Ήταν σεμνή και ταυτόχρονα πολύ όμορφη. Η ομορφιά της γοήτευσε δυο γέροντες που είχαν το αξίωμα του δικαστού οι οποίοι την εκβίασαν ότι αν δεν ενδώσει στις ανήθικες ορέξεις τους θα την κατηγορήσουν ότι είναι μοιχαλίδα και ότι απάτησε τον άντρα της και ότι δήθεν αυτοί ήταν αυτόπτες μάρτυρες της σκηνής της μοιχείας. Η Σωσάννα όμως δεν φοβήθηκε τον εκβιασμό και αρνήθηκε να παραβεί τον νόμο του Θεού και να ενδώσει στις παράνομες επιθυμίες τους. Οι δύο γέροντες δεν έμειναν άπρακτοι και την κατηγόρησαν ότι δήθεν απάτησε τον άνδρα της μ’ έναν νεαρό στον κήπο του σπιτιού της και την κατεδίκασαν σε θάνατο. Ασφαλώς ο λαός που την κατεδίκασε δεν γνώριζε την αλήθεια. Ενώ λοιπόν η απόφαση ελήφθη από το δικαστήριο τότε έξαφνα το Άγιο Πνεύμα φωτίζει τον νεαρό τότε προφήτη Δανιήλ ο οποίος ζήτησε να εξετάσει έναν-έναν χωριστά τους δικαστές. Ρώτησε λοιπόν τον πρώτο γέροντα: «Κάτω από ποιο δέντρο είδες τη Σωσάννα να διαπράττει την αμαρτία;». «Κάτω από ένα σχίνο» απάντησε εκείνος. «Να που είπες ψέματα, γιατί ο άγγελος του Θεού έχει λάβει κιόλας εντολή από το Θεό να σε σχίσει στα δύο», του είπε ο Δανιήλ. Μετά απευθύνθηκε στον άλλο δικαστή χωριστά: «Εσύ κάτω από ποιο δέντρο την έπιασες;». «Κάτω από ένα πουρνάρι», απάντησε εκείνος. «Νάτο, ψέμα είπες κι εσύ, ο άγγελος του Θεού σε περιμένει με το ξίφος του για να σε κόψει στα δύο», του είπε ο Δανιήλ. Τελικά απεδείχθη η αθωότητα της Σωσάννας και οι δύο δικαστές καταδικάστηκαν σε θάνατο από τη σύναξη σύμφωνα με το νόμο του Μωυσή και έλαμψε η αλήθεια(Δαν.1.1-64). Μια άλλη διδακτική ιστορία από την Παλαιά Διαθήκη την οποία θυμόμαστε τη Μεγάλη Δευτέρα είναι αυτή του παγκάλου Ιωσήφ ο οποίος πουλήθηκε από τους ίδιους τους αδελφούς του ως σκλάβος στην Αίγυπτο (Γεν 37, 12-36). Εκεί συκοφαντήθηκε αδυσώπητα από την σύζυγο του Πετεφρή επειδή δεν ενέδωσε στις πονηρές διαθέσεις της και φυλακίστηκε(Γεν 39, 1-23). Όμως ο Θεός τον δικαίωσε και τον έκανε κυβερνήτη δίπλα στον Φαραώ της Αιγύπτου (Γεν 41, 1-46) διότι όπως λέγει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής «καλύτερα να σε αδικούν οι άνθρωποι και όχι οι δαίμονες. Εκείνος που ευαρεστεί τον Κύριο, τους νίκησε και τους δύο»xxiii. Αυτό κατόρθωσε και ο πάγκαλος Ιωσήφ. Νίκησε τις μεθοδείες του πονηρού αλλά και την πονηρία των ανθρώπων.

H συκοφαντία ως προς την κακότητα και πονηρία κατέχει την πρώτη θέση στον κατάλογο της κακοήθειαςxxiv.  Ο σοφός και μακαριστός Αγιορείτης Γέροντας Μωυσής αναφερόμενος στο μεγάλο αμάρτημα της συκοφαντίας επισημαίνει: «Ο πνευματικός νόμος συνεχίζει να λειτουργεί: Ό,τι έκανες θα πάθεις. Μερικές φορές και χειρότερα»xxv. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της Ιεζάβελ η οποία ήταν γυναίκα του βασιλιά Αχαάβ και συκοφάντησε τον Ναβουθαί. Ο Αχαάβ ήθελε να αγοράσει το αμπέλι του Ναβουθαί. Ο Ναβουθαί όμως δεν το έδινε γιατί ήταν κληρονομιά από τους προγόνους του. Η άρνησή του προκάλεσε λύπη στον Αχαάβ (Α’ Βασ. 21,4) γι’ αυτό και η γυναίκα του Ιεζάβελ ανέλαβε να ενεργήσει για να πάρει παράνομα το αμπέλι. Γράφοντας επιστολές με το όνομα του Αχαάβ τίς έστειλε στους πρεσβυτέρους και τους άρχοντες της πόλης, ζητώντας τους να βρουν δύο ψευδομάρτυρες οι οποίοι θα συκοφαντήσουν το Ναβουθαί για βλασφημία απέναντι στο Θεό και το βασιλιά. Έτσι σε μια τελετή νηστείας που διοργάνωσαν και μπροστά στο λαό συκοφάντησαν το Ναβουθαί με αποτέλεσμα να τον σκοτώσουν με λιθοβολισμό (Α’ Βασιλέων 21,7-14). Όμως, όταν ο προφήτης Ηλίας, με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, κατάλαβε ότι ο Ναβουθαί συκοφαντήθηκε, κατήγγειλε και έλεγξε το άνομο βασιλικό ζεύγος(Α’ Βασιλέων 21,1). Προφήτευσε ότι η τιμωρία τους θα είναι παραδειγματική. Όταν ο Αχαάβ μετέβη για να αρπάξει το αμπέλι του Ναβουθαί, ο προφήτης Ηλίας του ανήγγειλε ότι στον τόπο που τα σκυλιά έγλυψαν το αίμα του Ναβουθαί που χύθηκε με άδικο τρόπο, εκεί θα γλύψουν και το δικό του (Γ’ Βασιλέων 21,1-24). Η τιμωρία όμως δεν έπληξε τον Αχαάβ διότι μετανόησε αλλά την γυναίκα του (Γ’ Βασιλέων 21,25-29). Μετά τον θάνατο του Αχαάβ, η Ιεζάβελ εκδιώχθηκε από τον Ιηού ο οποίος διέταξε να την πετάξουν από το παράθυρο. Κατόπιν ο Ιηού πέρασε πάνω από το πτώμα της με την άμαξά του (Β’ Βασιλέων 9,30-37) και έδωσε το πτώμα της για βορά των σκύλων εκπληρώνοντας την προφητεία του προφήτη Ηλία.

Οι άγιοι Πατέρες μας όχι μόνο επιτιμούν το πάθος της συκοφαντίας αλλά και το πάθος της κατακρίσεως. Ὁ άγιος Ιωάννης της Κλίμακος παρομοιάζει την καταλαλιά μέ «παχειά βδέλλα, πού απορροφά το αίμα της αγάπης» καθώς γεννάται από το μίσος και από την μνησικακία. Μας διδάσκει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Άκουσα μερικούς να καταλαλούν και τους επέπληξα. Και για να δικαιολογηθούν οι εργάτες αυτοί του κακού μού απήντησαν ότι το έκαναν από αγάπη και ενδιαφέρον προς αυτόν που κατέκριναν. Εγώ τότε τους είπα να την αφήσουν αυτού του είδους την αγάπη, για να μη διαψευσθή εκείνος που είπε: “Τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού, τούτον εξεδίωκον” (Ψαλμ. ρ΄ 5). Εάν ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς τον άλλον, ας προσεύχεσαι μυστικά γι΄ αυτόν και άς μη τον κακολογής. Διότι αυτός ο τρόπος της αγάπης είναι ευπρόσδεκτος από τον Κύριον»xxvi. Οι ασκητές της ερήμου όχι μόνο θεωρούσαν μεγάλη αμαρτία την κατάκριση αλλά και σκέπαζαν τα αμαρτήματα του πλησίον για να μας υποδείξουν την αγάπη και τη συγχωρητικότητα και το ότι πρέπει να ασκήσουμε τον εαυτό μας στο να μην κακολογούμε και να μη λέμε ψέματα εναντίον του αδελφού μας. Αναφέρει το Γεροντικό ότι κάποιος από τους Πατέρες είδε έναν αδελφό να αμαρτάνει. Έκλαψε τότε πικρά και είπε: «Αυτός σήμερα, εγώ αύριο!», θέλοντας να δείξει πόσο ευμετάβολη είναι η ανθρώπινη φύση και πόσο όλοι είμαστε επιρρεπείς προς την αμαρτίαxxvii. Ένδειξη ταπεινώσεως είναι να δούμε τα δικά μας πάθη και ελαττώματα. «Δώρησαί μοι Κύριε τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου», προσεύχεται ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος. Η συναίσθηση της αμαρτωλότητας μ’ ένα τρόπο απόλυτο είναι ίσως το συγκλονιστικότερο χαρακτηριστικό της ζωής τού αυθεντικού αγίου ανθρώπου και οπωσδήποτε όταν καθρεπτιζόμαστε στο συγκλονισμό που προκαλεί η συναίσθηση μιάς μοναδικής και απόλυτης αμαρτωλότητας, δεχόμαστε ισχυρό νυγμό στο βάθος της αυτογνωσίας μαςxxviii. Για αυτό το λόγο, αυτό το οποίο τονίζει η πνευματική μας παράδοση είναι να εργαζόμαστε για την καλυτέρευση του εαυτού μας και να μην περιεργαζόμαστε τα σφάλματα των άλλων. Μας διδάσκει ο άγιος Παΐσιος ότι θα πρέπει να αμφιβάλλουμε για την κρίση μας διότι αυτή δεν είναι πάντα ασφαλής. Αναφέρει τα εξής: «Δεν σκέφτομαι πάντοτε σωστά, πολλές φορές κάνω λάθος. Να, στην τάδε περίπτωση σκέφθηκα έτσι και βγήκε ότι είχα άδικο. Στην τάδε περίπτωση έκρινα και έπεσα έξω, οπότε τον αδίκησα τον άλλον. Επομένως δεν πρέπει να ακούω τον λογισμό μου. Ο καθένας μας λίγο-πολύ έχει περιπτώσεις που έπεσε έξω στην κρίση του. Αν φέρει στον νου του τις περιπτώσεις που έκρινε και έπεσε έξω, τότε θα αποφεύγει την κατάκριση. Αλλά και μια φορά να μην έπεσε έξω και να είχε δίκαιο, πού ξέρει τα ελατήρια του άλλου; Ξέρει πώς έγινε κάτι; Να μη βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα»xxix. Τα αισθητήριά μας λοιπόν συχνά κάνουν λάθος. Δεν γνωρίζουμε την πρόθεση του άλλου γι’ αυτό ερμηνεύουμε λανθασμένα τη συμπεριφορά του. Άλλωστε δεν έχουμε τη δυνατότητα να κρίνουμε τον άλλο, γιατί δεν μπορούμε να μπούμε στην ψυχή του. Η κρίση είναι έργο μόνο του Θεούxxx. «Μη κατακρίνης και όταν ακόμη βλέπης κάτι με τους ίδιους τους οφθαλμούς σου, διότι και αυτοί πολλές φορές εξαπατώνται», μας διδάσκει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακοςxxxi.

Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπεύθυνοι για τη συκοφαντία δεν είναι μόνο εκείνοι που εκτοξεύουν αυτό το δηλητήριο, αλλά και εκείνοι που το δέχονται με πολύ ευχαρίστηση ή ακόμη και αδιαμαρτύρητα και βέβαια αυτοί που είναι πρόθυμοι να διαδώσουν τις ψευδείς ειδήσεις χάριν μιας «κοινωνικής» ενημέρωσης, δηλαδή κοινώς κουτσομπολιού, κάνοντας το λάθος αυτή τη σπίθα της συκοφαντίας να την μετατρέψουν σε πυρκαγιά κάνοντας παρανάλωμα του πυρός συνειδήσεις και υπολήψεις. «Αυτόν που σου κατακρίνει τον πλησίον, ποτέ μη τον σεβασθής, αλλά μάλλον να του ειπής: “Σταμάτησε, αδελφέ. Εγώ καθημερινώς σφάλλω σε χειρότερα, και πώς μπορώ να κατακρίνω τον άλλον”; Έτσι θα έχης δύο οφέλη∙ με ένα φάρμακο θα θεραπεύσης και τον εαυτό σου και τον πλησίον», επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακοςxxxii. Γι’ αυτό το λόγο ο άγιος Αυγουστίνος σε μια του ομιλία λέγει πως ευθύνη για το λιθοβολισμό του αγίου Στεφάνου δεν είχαν μόνο αυτοί που έριχναν τις πέτρες, αλλά και εκείνοι που συνευδοκούσανxxxiii. Η συκοφαντία είναι ένας «λιθοβολισμός» της τιμής και της υπόληψης και δεν θα πρέπει να ανεχόμαστε να κατηγορούνται άδικα συνάνθρωποί μας για να μην ομοιωθούμε με αυτούς οι οποίοι αν και δεν έριξαν πέτρες εναντίον του αγίου Στεφάνου όμως αποδέχονταν την παράνομη πράξη. Ρώτησαν κάποτε τον Αββά Βαρσανούφιο: «Γέροντα· εάν ακούσω περί τινος ότι κακώς με λέγει, τι ποιήσω; Και ο Γέροντας απεκρίθη: Ευθέως ανάστα και ποίησον ευχήν πρώτον υπέρ εκείνου, και ούτως υπέρ σεαυτού, λέγων· Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τόνδε τον αδελφόν, και εμέ τον αχρείον δούλόν σου· και σκέπασον ημάς από του πονηρού, ευχαίς των σων αγίων»xxxiv. Η συκοφαντία βλάπτει λοιπόν όχι μόνο τον συκοφαντούμενο αλλά και αυτούς που δέχονται τις συκοφαντίες και βέβαια τον ίδιο τον συκοφάντη, ο οποίος επισύρει την οργή του Θεού και την αγανάκτηση των ανθρώπων. Μας διδάσκει ο άγιος Παΐσιος: «Ο άδικος άνθρωπος, όπως και κάθε ένας που αισθάνεται ένοχος, εάν δεν ζητήσει συγχώρηση ταλαιπωρείται από τη συνείδησή του και επί πλέον από το γογγυσμό και την αγανάκτηση του αδικημένου. Δεν μπορεί να κοιμηθεί. Σαν να τον κτυπούν κύματα στριφογυρίζει και ανάπαυση δεν έχει. Είναι μυστήριο πράγμα το πως το πληροφορείται!   Ακόμη και αν ο άνθρωπος είναι αναίσθητος, πάλι υποφέρει. Το πολύ-πολύ να καταφύγει σε καμιά “ψυχαγωγία”, για να ξεχασθεί. Όταν ο αδικημένος έχει συγχωρήσει τον ένοχο, αλλά έχει μείνει λίγη αγανάκτηση μέσα του, τότε και ο ίδιος ταλαιπωρείται σε ένα βαθμό, αλλά ο ένοχος ταλαιπωρείται πολύ από την αγανάκτηση του άλλου. Αν όμως ο ένοχος ζητήσει συγγνώμη και δεν του τη δώσει ο αδικημένος, τότε ταλαιπωρείται εκείνος. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φωτιά από το εσωτερικό κάψιμο της ψυχής, από τη συνείδηση»xxxv.

Γλύτωσέ με Κύριε από τη συκοφαντία των ανθρώπων και εγώ θα φυλάξω τας εντολάς σου, αναφωνεί ο ψαλμωδός. Αλλά ποιες είναι αυτές οι εντολές στις οποίες αναφέρεται ο ψαλμωδός; Είναι οι δύο εντολές που είπε ο Ιησούς επάνω στις οποίες στηρίζεται όλη η πνευματική ζωή: η αγάπη προς το Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον(Ματθ.22, 35-40). Για την ορθόδοξη πνευματική ζωή η ηθική τελείωση δεν συνίσταται στην επίτευξη κάποιων ηθικών πράξεων, στην ηθική ευδαιμονία, αλλά στην επίτευξη ανιδιοτελούς αγάπης. Η τελεία αγάπη είναι υπεράνω παντός εν τω κόσμω συμφέροντοςxxxvi. Στη συγκεκριμένη περίπτωση που εξετάζουμε η άνευ όρων αγάπη προς αυτόν που μας συκοφαντεί. Αυτό είναι και το μεγαλείο της μωρίας του Σταυρού όπως αναφέρει ο απόστολος Παύλος(Α΄Κορ.1,18-24) διότι για τον κόσμο είναι πραγματικά μωρία το να καλείσαι να αγαπήσεις αυτόν που σε συκοφαντεί. Αποτελεί υπέρβαση της λογικής. Μέσα όμως σε αυτήν την υπέρβαση ευρίσκεται και η λύτρωση διότι ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας λέγει ότι «όσο εσύ προσεύχεσαι με την ψυχή σου για χάρη εκείνου που σε συκοφάντησε, τόσο και ο Θεός πείθει για την αθωότητά σου όσους σκανδαλίστηκαν λόγω της συκοφαντίας«xxxvii και ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός αναφέρει ότι ενώ η συκοφαντία ως προς την κακότητα και πονηρία κατέχει την πρώτη θέση στον κατάλογο της κακοήθειας έχει όμως και την πρώτη θέση στον κατάλογο της αξιοπρέπειας και του ενάρετου βίου.  H αξιομισθία της ξεπερνά τους βαθμούς της περιεκτικής φιλοπονίαςxxxviii καθώς η υπομονή απέναντι στη συκοφαντία αποφέρει ουράνιο μισθό.

Η υπομονή στις συκοφαντίες αποτελεί μέτρο και κριτήριο της ταπεινώσεώς μας. Η ταπείνωσή μας κρίνεται από τη στάση μας απέναντι στη συκοφαντία. Στο Γεροντικό αναφέρεται πώς ταπεινόφρων δεν είναι αυτός πού αυτοεξευτελίζεται και ταπεινολογεί, αλλά εκείνος πού υπομένει με χαρά τις ατιμίες πού προέρχονται από τον πλησίον∙ και σε άλλο σημείο αναφέρεται πώς εκείνον πού τιμούν οι άνθρωποι περισσότερο απ’ όσο αξίζει ζημιώνεται, εκείνος όμως, πού δεν τον τιμούν καθόλου οι άνθρωποι, θα δοξαστεί στους ουρανούς από τον Θεόxxxix.  Μην νομίσεις πώς έχεις ταπείνωση, τονίζει ο αββάς Ισαάκ, όταν δεν ανέχεσαι την παραμικρή κατηγορίαΟ αββάς Ζωσιμάς προχωρεί πιο πέρα και λέγει τα εξής: «Αυτόν πού σ’ ενέπαιξε ή σε στενοχώρησε ή σε ζημίωσε ή οτιδήποτε κακό σου έκανε, να τον θυμηθείς ως ιατρό σου. Ὁ Χριστός τον έστειλε για να σε θεραπεύσει, μη λοιπόν τον θυμάσαι με θυμό»xl. Για αυτό και ο άγιος Παΐσιος μάς προτρέπει την κάθε θλίψη να την υπομένουμε με χαρά και «όχι μόνον πρέπει να υπομένουμε αγόγγυστα αυτόν που μας πειράζει, αλλά και να νιώθουμε ευγνωμοσύνη, γιατί μας δίνει την ευκαιρία να αγωνισθούμε στην αγάπη, στην ταπείνωση, στην υπομονή»xli. Αυτό είναι το μεγαλείο της ανιδιοτελούς χριστιανικής αγάπης!

Τελικά, το κεντρικό ζήτημα δεν είναι το να εξηγήσουμε για ποιο λόγο μας συκοφαντούν οι άνθρωποι αλλά το να φέρουμε άξια το σταυρό μας, να υπομένουμε άξια αυτή τη σκοτεινή οδύνη, μια οδύνη που στο τέλος μεταμορφώνεται σε χαρά και οδηγεί στη σωτηρία όπως ο άγιος Παΐσιος τονίζει χαρακτηριστικά: «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από τη χαρά που νιώθεις, όταν δέχεσαι την αδικία. Μακάρι να με αδικούσαν όλοι οι άνθρωποι! Ειλικρινά σας λέω, τη γλυκύτερη πνευματική χαρά την ένιωσα μέσα στην αδικία»xlii. Υπομένοντας τη συκοφαντία μετέχουμε στα παθήματα του Χριστού. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο ίδιος ο Χριστός συκοφαντήθηκε κατά την επίγεια παρουσία Του. Συκοφαντούσαν και τον Κύριο μερικοί σύγχρονοί του Ιουδαίοι λέγοντας: «ἰδού ἄνθρωπος φάγος καί οἰνοπότης, τελωνῶν φίλος καί  ἁμαρτωλῶν» (Ματθ. 11,19) και «δαιμόνιον ἔχει καί μαίνεται» (Ιω. 10,20). «Άν σκεφτόμασταν ότι ο πιο αδικημένος είναι ό Χριστός, θα δεχόμασταν με χαρά την αδικία. Οικονομάει ό Θεός να μας αδικήσουν οι άνθρωποι ή να μας πουν καμιά κουβέντα, για να εξοφλήσουμε μερικές αμαρτίες μας ή για να αποταμιεύσουμε κάτι στην άλλη ζωή», μας συμβουλεύει ο άγιος Παΐσιοςxliii. «O πιστός ας έχει ως πρότυπο τον Kύριό μας, που συγχωρούσε τους διαβολοειδείς συκοφάντες. “Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γάρ οίδασι τί ποιούσι” (Λουκ. 23,34). Oσοι σήκωσαν αυτόν το βαρύτατο σταυρό κέρδισαν και τον αντάξιο μακαρισμό: “Μακάριοί εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι πάν πονηρόν ρήμα καθ  υμών, ψευδόμενοι ένεκεν εμού” (Ματ. 5,11). Ως φορείς και οπαδοί της αγάπης ανεχόμαστε και υπομένουμε τη διαβολικότερη αυτή πληγή με πρότυπο τον Kύριό μας και μαθαίνουμε ότι “ο μισθός ημών πολύς εν τοίς ουρανοίς”(Ματ. 5,12)», επισημαίνει ο μακαριστός Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινόςxliv. Ο Θεός με τον πόνο Του ως το σταυρικό θάνατο παίρνει το μέρος μας, σηκώνει το σταυρό μας, συμμερίζεται τον πόνο μας, μοιράζεται τα δεινοπαθήματά μας, αγκαλιάζει το άλγος μας, αγιάζει την οδύνη μας. Όταν δέχεσαι την αδικία και δικαιολογείς τον πλησίον σου, δέχεσαι τον πολυαδικημένο Χριστό στη καρδιά σουxlv. «Μολονότι δεν είναι εύκολο, πρέπει οπωσδήποτε να συμφιλιωθείτε με τους συκοφάντες σας» μας συμβουλεύει ο Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος. «Με μίσος στην καρδιά, δεν μπορεί να σωθεί κανείς. Γι’ αυτό οφείλουμε να αντιδρούμε με αυταπάρνηση στα εμπαθή αισθήματά μας. Έτσι εξαφανίζονται και οι θλίψεις. Η εμπάθεια, βλέπετε, είναι που γεννάει τη θλίψη. Να ζείτε και να φέρεστε φυσιολογικά. Το πώς σας βλέπουν οι άλλοι να μην το λογαριάζετε. Μόνο του Θεού η κρίση έχει βαρύτητα, ως αλάθητη. Εμείς οι άνθρωποι δεν γνωρίζουμε καλά-καλά ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό, πολύ περισσότερο τον πλησίον», καταλήγει ο Όσιος Θεοφάνηςxlvi.

Η Αγία Γραφή τονίζει ότι η οποιαδήποτε δοκιμασία κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής γίνεται μέσο αναγωγής στον τελικό σκοπό του ανθρώπου, που είναι η Βασιλεία του Θεού. «Διὰ πολλῶν θλίψεων» εισέρχεται ο άνθρωπος στη Βασιλεία του Θεού(Πραξ. 14,22). Η ελπίδα της Βασιλείας του Θεού τον ενισχύει στις θλίψεις και δυσκολίες της ζωής και τον καθιστά διαρκώς δεκτικότερο στη χάρη του Θεούxlvii. «Ας μη λησμονούμε εκείνον πού έλεγε προς τον Κύριον: “Πόσες θλίψεις μου έδειξες! Θλίψεις πολλές και κακές! Δεν με εγκατέλειψες όμως, αλλά με επισκέφθηκες με στοργή και με εζωογόνησες και με ανύψωσες και πάλι μετά την πτώσι μου από τα βάθη της γης όπου είχα πέσει” (Ψαλμ. ο΄ , 20)», μας προτρέπει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης αναφερόμενος στον πολύπαθο Ιώβxlviii. «Θα πρέπει να θεωρείς πώς καθετί πού συναντάς στην πορεία σου, μικρό ή μεγάλο, το στέλνει ό Θεός για να σε βοηθήσει στον αγώνα σου. Μονάχα αυτός γνωρίζει ότι σού είναι ωφέλιμο και ότι χρειάζεσαι σε κάθε περίσταση: επιτυχίες, αναποδιές, πειρασμούς, πτώσεις. Τίποτε δε συμβαίνει τυχαία και χωρίς να αποτελεί πολύτιμη ευκαιρία να διδαχτείς από αυτό. Πρέπει να το αποσαφηνίσεις καλά μέσα σου αυτό, γιατί έτσι μεγαλώνει ή εμπιστοσύνη σου στον Κύριο πού αποφάσισες να ακολουθήσεις», μας συμβουλεύει ένας σύγχρονος θεολόγοςxlix. Ο πιστός που θα υπομείνει λοιπόν την μεγάλη αυτή θλίψη μόνο κερδισμένος θα βγει και αλλοίμονο βέβαια στον συκοφάντη ο οποίος δεν θα μετανοήσει εμπράκτως. Ο πιστός φροντίζει αφενός να υπομείνει την αδικία της συκοφαντίας με σιωπή, ταπείνωση και προσευχή, χωρίς να καλλιεργεί πάθος και εκδικητικότητα για τον συκοφάντη, και αφετέρου φροντίζει με τη στάση του να βοηθήσει και τον άνθρωπο που τον αδικεί, να καταλάβει το σφάλμα του και να διορθωθεί. Η μεγάλη αγάπη προς το Χριστό υπερνικά τους πόνους και τις ταλαιπωρίες που του προξενούν οι άνθρωποιl. Πόσος πόνος διαπέρασε την ψυχή του αγίου Νεκταρίου όταν άνθρωποι άνομοι και υποκινούμενοι από δαιμονικές δυνάμεις τον κατασυκοφάντησαν και προσπάθησαν να τον διασύρουν τόσο στην Αίγυπτο όσο και στην Ελλάδα. Όμως ο άγιος ακλόνητος στην πίστη του τα υπέμεινε όλα καρτερικά αναμένοντας το έλεος του Θεού. Πόση αγάπη είχε μέσα στην καρδιά του όταν συγχώρεσε τους διώκτες του! Πόση υπομονή επέδειξαν και οι άγιοι μας, οι Κουλακιώτες Αθανάσιος και Ιωάννης, που τιμούμε ιδιαίτερα στην περιοχή μας, όταν συκοφαντήθηκαν από τους αλλόπιστους εχθρούς της πίστεώς μας ότι δήθεν αλλαξοπίστησαν και μετά αρνήθηκαν το Ισλάμ! Έδωσαν τη ζωή τους για την χριστιανική τους πίστη! Γι’ αυτό μένουν εις τον αιώνα ως άγιοι, όπως και ο άγιος Νεκτάριος τιμάται ως άγιος ενώ οι διώκτες τους θα κληθούν να απολογηθούν ενώπιον του Κυρίου κατά την τελική κρίση διότι όπως λέγει και ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής «εκείνος που πιστεύει στο Χριστό που μιλάει για ανταπόδοση, υποφέρει κάθε αδικία πρόθυμα, ανάλογα με την πίστη του»liκαι η ανταπόδοση είναι βέβαιο ότι θα έρθει και θα αποκαλυφθεί η αλήθεια. Πάντοτε η αλήθεια αποκαλύπτεται όπως το λάδι που βάζουμε στο καντηλάκι μας ανεβαίνει στην επιφάνεια του νερού∙ κατά τον ίδιο τρόπο και η αλήθεια φανερώνεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Ποια θα είναι όμως τότε η στάση του πιστού;

Την απάντηση μάς τη δίδει ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος ο οποίος λέγει τα εξής: «Αν ποτέ συκοφαντηθείς και αποκαλυφθεί ή αθωότητα σου, μην υπερηφανευθείς. Με ταπείνωση ευχαρίστησε το Θεό πού σε λύτρωσε από τις συκοφαντίες των ανθρώπων»lii.


Advertisements